Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

trading authorization


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο authorization παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: trading

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
authorization,
also UK: authorisation
n
(right, permission)εξουσιοδότηση ουσ θηλ
  άδεια ουσ θηλ
 The general public does not have authorization to enter the mansion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
legal authorization,
also UK: legal authorisation
n
(official permission)εξουσιοδότηση ουσ θηλ
 James had to obtain legal authorisation from the council to hold a rave party in his garden.
marketing authorization,
also UK: marketing authorisation
n
(permission to advertise)άδεια κυκλοφορίας φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trading authorization στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «trading authorization».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!